Παιδική ΒαρηκοΐαΠόσο συχνή είναι η παιδική βαρηκοΐα;

Η βαρηκοΐα είναι μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από μείωση της ακοής. Στα παιδιά απαντάται σε συχνότητα 3-4‰, όπου το 1 στα 1000 εμφανίζει σοβαρή βαρηκοΐα, γεγονός το οποίο θα επηρεάσει σημαντικά την επικοινωνία καθώς και την μετέπειτα εξέλιξή του.
Η διάγνωσή της είναι απαραίτητο να γίνει όσο το δυνατό συντομότερα για τη σωστή ανάπτυξη των επικοινωνιακών δεξιοτήτων του παιδιού.

Παρόλα αυτά υπολογίζεται ότι σ’ ένα ποσοστό της τάξης του 50%, η ύπαρξη βαρηκοΐας, καθυστερεί πολύ στο να προκαλέσει την υποψία των γονιών για την ύπαρξή της, δημιουργώντας προβλήματα λόγου και διάφορες συναισθηματικές και ψυχολογικές διαταραχές στο παιδί.

Τι θα πρέπει να παρατηρήσει ο γονέας;

Ο γονέας θα πρέπει να παρατηρεί πολύ προσεχτικά το παιδί και να προβληματιστεί αν δεν ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα ηχητικά ερεθίσματα, πριν απευθυνθεί σε ειδικό ωτορινολαρυγγολογικό κέντρο, όπως:
• Να προβληματισθεί αν συνηθισμένοι ήχοι όπως το χτύπημα του τηλεφώνου, του κουδουνιού ή της μουσικής δεν αποσπούν την προσοχή του.
• Εάν δεν αντιδρά στρίβοντας το κεφάλι για να παρατηρήσει τους διάφορους ήχους που ακούγονται στο πλάι του (και δεν έχει οπτική επαφή) όπως το κτύπημα μιας κουδουνίστρας.
• Όταν δεν στρέφει το βλέμμα του ακούγοντας το όνομά του και δεν εμπλουτίζει συνεχώς το λεξιλόγιο του με καινούργιες λέξεις.
Στα παιδιά 2-3 ετών θα πρέπει παρατηρήσουμε:
• Εάν δείχνει ενδιαφέρον για το περιβάλλον και τα αντικείμενα που υπάρχουν γύρω του γύρω του με ερωτήσεις του τύπου ‘’τι ‘’ και ‘’ γιατί’’
• Εάν χρησιμοποιεί μικρές προτάσεις για επικοινωνία και σταδιακά να ξεκινά να χρησιμοποιεί ποιο σύνθετες συντακτικά προτάσεις.
Στα παιδιά 3-4 ετών θα πρέπει:
• Να χρησιμοποιεί σύνθετες συντακτικές προτάσεις
• Να διηγείται ιστορίες από το παρελθόν
• Ο λόγος θα πρέπει να είναι πλήρως κατανοητός, παρόλο που θα κάνει μικρά συντακτικά λάθη

Ποιοι παράγοντες προδιαθέτουν ένα παιδί στο να αναπτύξει βαρηκοΐα;

Οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο να είναι ένα παιδί βαρήκοο είναι: οικογενειακό ιστορικό βαρηκοΐας, παραμονή στη μονάδα νεογνών περισσότερο από 48 ώρες, θεραπεία με ωτοτοξικά φάρμακα(συνήθως για λοιμώξεις), ανατομικές ανωμαλίες του αυτιού και του κεφαλιού κατά τη γέννηση, μικροβιακή μηνιγγίτιδα, παρατεταμένος ίκτερος, λοιμώξεις κατά τη γέννηση όπως ερυθρά, έρπης, τοχοπλάσμωση, λοίμωξη από κυτταρομεγαλοιό, σύνδρομα όπως Down, Turner, Usher, τραυματισμός στο κεφάλι, νευρολογικές διαταραχές.

Πως γίνεται η εκτίμηση μιας πιθανής βαρηκοΐας;

Η εκτίμηση της ακοής σε βρέφη και μικρά παιδιά γίνεται σε εξειδικευμένα ωτορινολαρυγγολογικά κέντρα με την χρήση κατάλληλων μηχανημάτων και εξειδικευμένου προσωπικού.

Μετά από λεπτομερή κλινική εξέταση για τον αποκλεισμό υπάρξεως κάποιων ανατομικών ανωμαλιών γίνεται έλεγχος για την ύπαρξη ακοής με την παρατήρηση της αντίδρασης του παιδιού σε ακουστικά ερεθίσματα και στην συνέχεια, με την βοήθεια μηχανημάτων, εκτιμούνται τα διάφορα επιμέρους τμήματα της ακουστικής οδού.

Η εξέταση μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε ηλικία από τη δεύτερη μέρα μετά τη γέννηση.
Με τη βοήθεια των ωτοακουστικών εκπομπών μελετάμε τη λειτουργία των έξω τριχωτών κυττάρων του κοχλία του αυτιού. Πρόκειται για μια μέθοδο εντελώς ανώδυνη που δεν προκαλεί καμία ενόχληση στο εξεταζόμενο βρέφος ή παιδί και μας επιτρέπει τον αντικειμενικό έλεγχο της ακοής. Η εξέταση γίνεται με την τοποθέτηση ειδικού αισθητήρα στο αυτί του παιδιού, ο οποίος αποτελείται από ένα μικρόφωνο, μεγάφωνο και από ειδικά ακουστικά φίλτρα. Έτσι δίνοντας ηχητικά ερεθίσματα στο αυτί του παιδιού λαμβάνουμε σήματα από τα τριχωτά κύτταρα του κοχλία του αυτιού. Η παρουσία τέτοιων σημάτων ωτοακουστικών εκπομπών αποτελεί απόδειξη λειτουργίας των έξω τριχωτών κυττάρων. Μη λειτουργία των έξω τριχωτών κυττάρων προκαλεί βαρηκοΐα της τάξεως των 40-50 dB. Σ’ αυτή την περίπτωση το βρέφος πρέπει να εξετασθεί με τη βοήθεια των ακουστικών προκλητών δυναμικών εγκεφαλικού στελέχους..
Η εξέταση των ακουστικών προκλητών δυναμικών του εγκεφαλικού στελέχους είναι μια μέθοδος καταγραφής της ηλεκτρικής δραστηριότητας του κοχλία και του εγκεφαλικού στελέχους μετά την χορήγηση ακουστικών ερεθισμάτων. Γίνεται μόνο σε εξειδικευμένα ωτορινολαρυγγολογικά κέντρα με τη χρήση ειδικού εξοπλισμού. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης τοποθετούνται ακουστικά στο παιδί ενώ αυτό κοιμάται και ταυτόχρονα τοποθετούνται αισθητήρες στο κεφάλι και πίσω από τα αυτιά του παιδιού. Καθώς οι ήχοι μετατρέπονται σε ηλεκτρική ενέργεια στο αυτί του παιδιού, μετρούνται τα δυναμικά που εκλύονται από το ακουστικό νεύρο και το εγκεφαλικό στέλεχος. Έτσι παίρνουμε πληροφορίες για το αν ακούει το παιδί ή όχι και για το είδος και τη σοβαρότητα της βαρηκοΐας.
Στα παιδιά μετά την ηλικία των 4 ετών μπορεί να πραγματοποιηθεί ακοόγραμμα. Η εξέταση αυτή απαιτεί την συνεργασία του παιδιού και γι’ αυτό γίνεται μετά από αυτή την ηλικία. Κατά την εκτέλεση του ακοογράμματος τοποθετούνται ακουστικά και δίνονται ήχοι διαφορετικών συχνοτήτων και εντάσεων στο κάθε αυτί ξεχωριστά. Από τις απαντήσεις που παίρνουμε έχουμε ακριβή εικόνα της ακουστικής οξύτητας του παιδιού συνολικά.
Στην συνέχεια ακολουθεί η θεραπεία η οποία ανάλογα με την αιτία και το βαθμό της βαρηκοΐας μπορεί να είναι φαρμακευτική, χειρουργική ή να απαιτεί την προσαρμογή ακουστικών βαρηκοΐας με ταυτόχρονη παρακολούθηση εκτός από ωτορινολαρυγγολόγο και από λογοθεραπευτή.

Δρ. Χαλάστρας Θωμάς

Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος

 

Μοιραστείτε το άρθρο: